απαίσιος

[апэсиос] εκ. противный, ужасный,

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "απαίσιος" в других словарях:

  • ἀπαίσιος — ill omened masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • απαίσιος — α, ο (AM ἀπαίσιος, ον κ. ιος, ία, ον) [αίσιος] ο δυσοίωνος, αυτός που προμηνύει κάτι κακό μσν. νεοελλ. φρικτός, αποτρόπαιος νεοελλ. αποκρουστικός, πολύ άσχημος …   Dictionary of Greek

  • απαίσιος — α, ο επίρρ. α 1. αυτός που δεν είναι αίσιος, δεν είναι ευνοϊκός: Τα προμηνύματα φαίνονταν απαίσια, αυτός όμως δεν τους έδινε σημασία. 2. φριχτός, αποκρουστικός: Όλοι αναστατωμένοι μιλούσαν για το απαίσιο έγκλημα …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἀπαισίως — ἀπαίσιος ill omened adverbial ἀπαίσιος ill omened masc/fem acc pl (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀπαίσιον — ἀπαίσιος ill omened masc/fem acc sg ἀπαίσιος ill omened neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀπαισίου — ἀπαίσιος ill omened masc/fem/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀπαισίους — ἀπαίσιος ill omened masc/fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀπαισίῳ — ἀπαίσιος ill omened masc/fem/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀπαίσια — ἀπαίσιος ill omened neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀπαίσιοι — ἀπαίσιος ill omened masc/fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.